Βασιλείου Π. Γούλα
Θεολόγου, κατόχου μεταπτυχιακού διπλώματος master.
Μεγάλη Χώρα Αγρινίου 23.01.2012

Σε καμία περίπτωση το παρόν δεν απευθύνεται είτε σε θρησκευτικούς ανθρώπους που ταλαιπωρούνται από το συναίσθημα ότι είναι τέλειοι είτε ότι η εν γένει φιλοσοφία και οι επιλογές τους δεν επιδέχονται αλλαγές. Δεν είναι λίγοι εκείνοι στην Εκκλησία που, ίσως κατατρύχονται από το συναίσθημα ότι δεν αξίζουν ή ότι είναι ασήμαντοι. Έτσι πλεονάζουν αυτοί που δεν έχουν τίποτε να πουν, με έναν ψυχαναγκασμό θέλουν να αποδείξουν πόσο σημαντικοί είναι για την Εκκλησία-κοινωνία και τον εαυτό τους.

Το πεδίο δράσης: ο άμβωνας, η συγγραφή θρησκευτικών βιβλίων και κηρυγμάτων, οι ομιλίες – που έγιναν της μόδας σήμερα, οι θρησκευτικές τελετές, το κυριότερο όλων, η προβολή αυτών από τα εν γένει θρησκευτικά περιοδικά. Εκεί θα βρει ο καθένας ό,τι θέλει που να τρέφει τον ναρκισσισμό του, το αυτοείδωλό του, τα θρησκευτικά του ορμέμφυτα ένστικτα, ωστόσο, το μόνο σίγουρο είναι ότι, σπανίως θα βρει εκκλησιαστική μαρτυρία και θεολογία.

Σύμφωνα με τη περιγραφή λόγιου επισκόπου, σε λίγο τα περιοδικά αυτά θα λένε και που πίνει καφέ ο Δεσπότης. Αν προσθέσει κανείς και το φωτογραφικό υλικό σε λειτουργίες και τελετές από το ιερατείο να παρελαύνει σαν ξόανο και να φλερτάρει με το φακό, τότε ψάχνεις να βρεις λιγότερο εκκοσμικευμένη εκκλησία για να πας. Τώρα έγινε της μόδας να φιγουράρει το ιερατείο και στα ημερολόγια τοίχου, να βλέπει ο λαός δραστηριότητες του ιερατείου, με ευσεβίστικα χαμόγελα και στάσεις, διακρίνοντας την οίηση και τη δίψα για προβολή, που συναντά κανείς σε τηλεοπτικές περσόνες. Μόνο θλιβεροί ρασοφόροι θα προέβαιναν σε τέτοιες φιγούρες που ντύνονται την κυρτωμένη κακομοιριά, αυτό είναι έσχατη έκπτωση αξιοπρέπειας.

Όταν δε λειτουργεί γλώσσα εμπειρική τότε ας περιοριστούμε στη σιωπή. Είναι τραγικό να εκπροσωπείς υπαρξιακά νοήματα του επέκεινα, όντας ένας ένστολος επαγγελματίας της μεταφυσικής, που την υπηρετεί κατ’ επάγγελμα (θρησκειοποιημένο) το ιερατείο. Όταν όλα αυτά δεν παραπέμπουν κάπου τότε είναι φενάκη. Σπανίζουν οι ποιμένες σώματος εκκλησιαστικού και όχι θρησκείας, μόνοι αναζητούντες την εκκλησιαστικότητα, σαν τους ερημίτες. Η απάντηση σε όλα αυτά είναι ότι γίνονται για ιεραποστολή, να δείξουμε στον κόσμο ότι η Εκκλησία κάνει θόρυβο, ότι υπάρχει. Έτσι με «αγαθή» συνείδηση οι Μητροπόλεις στέλνουν (Βλ.Romfaia) ειδήσεις προς τέρψιν της οράσεως, ότι ο τάδε επίσκοπος ή ιερομόναχος λειτούργησαν και κήρυξαν! στο τάδε χωριό ή πόλη, αυτό είναι μια είδηση που πρέπει να τη μάθει η υπόλοιπη Ελλάδα.

Κήρυγμα που, επειδή συμπτωματικά έγινε δεκτό στην Εκκλησιαστική κοινότητα ή και σε θρησκευτικά περιβάλλοντα, και ακκίζεται σήμερα με φιγούρες επιδεξιομανίας, πατερναλισμού και ποδηγέτησης του ποιμνίου. Η τεκμηριωμένη βεβαιότητα που προκύπτει από την επισκόπηση της αλλοτρίωσης στην θρησκειοποιημένη Εκκλησία, θα μπορούσε, λοιπόν, συνεπέστατα να διατυπωθεί: πότε, η εκκλησιαστική μαρτυρία είχε τέτοια προβολή ιδεολογίας, που φενακίζεται ότι εξασφάλισε ελιξήριο πιστότητας;

«Οι πολιτικές κηδείες γίνονται όλο και πιο συχνό σύμπτωμα γιατί η μαρτυρία της εκκλησιαστικής εμπειρίας είναι όλο και πιο δυσεύρετη στην ελληνική κοινωνία. Υπάρχει καταιγισμός κηρυγμάτων, έντυπων, ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών. Υπάρχουν τέσσερις θεολογικές σχολές, πάμπολλες ιερατικές, υποχρεωτικό το μάθημα των θρησκευτικών στα σχολεία. Και όλος αυτός ο ορυμαγδός είναι κατά κανόνα μια ευτελέστατη ιδεολογική προπαγάνδα που ανάλογη δεν επιβιώνει πια σε άλλη έκφανση του κοινωνικού βίου» (Χ. Γιανναράς). Αν προσθέσουμε: κατηχητικά(αναμηρυκασμός μιας ευτελέστατης, θρησκευτικής εκλαϊκευμένης σαβούρας, συν τα ναρκισσιστικά χριστιανικά τραγούδια), κατασκηνώσεις(η απόλυτη έκφανση ιδεολογικοποιημένης πίστης, προβολής ιδεολογικών συνθημάτων, ενοχής και αυτοεπιβεβαίωσης),εξορμήσεων (ιδεολογικών)ιεραποστολικών, κύκλους μελέτης αγίας Γραφής, τότε η αλλοτρίωση έχει συντελεσθεί.

Ο παιδοψυχίατρος π. Βασίλειος Θερμός θα τονίσει το εξής σημαντικό και που απουσιάζει από θρησκευτικά περιβάλλοντα: «Η βασική μας δυσκολία είναι ακριβώς η απροθυμία μας να ωριμάσουμε, δηλαδή να απελευθερωθούμε από το ναρκισσισμό μας, οποίος μας ψιθυρίζει πως δήθεν είμαστε πιο σημαντικοί από τους άλλους και ότι θα έπρεπε αυτό να μας το αναγνωρίσουν, ή άλλοτε ότι μόνο η δική μας γνώμη είναι αληθινή και ότι εμείς εκπροσωπούμε το θέλημα του Θεού. Κατά βάθος η αγωνία μας είναι ότι, εάν συνυπάρξουμε ειρηνικά με τους άλλους και μαθητεύσουμε στην δική τους ετερότητα, θα εξαφανισθεί η δική μας».

Αν όντως προκύπτει τέτοια ωφέλεια από τα κηρύγματα, τότε γιατί τα βδελύσσεται το ποίμνιο; Γιατί υπάρχουν τόσα αθεράπευτα εκκλησιαστικά πάθη; Γιατί τόσες ίντριγκες στο ιερατείο; Γιατί τέτοια φθήνια; Τέτοιο ειδεχθές εκκλησιαστικό κουτσομπολιό; Να συλλειτουργούν ιερείς και να μην έχουν κοινωνία αγάπης, παρά αλληλουπονόμευση και να κοινωνούν σώμα και αίμα Χριστού; Παντού συναντάς υποκρισία, μειωμένη προσωπικότητα, την αναγκαία και σχεδόν επιβεβλημένη διπλοπροσωπεία για να επιβιώσεις σε τέτοια αρρωστημένα περιβάλλοντα, Γιατί τέτοια μανία κατασπίλωσης και εξουθένωσης του άλλου; Γιατί δεν αποπνέουν τα θρησκευτικά περιβάλλοντα πνευματικότητα και ήθος;

Είναι περισσότερο από φανερό, ότι οι πιστοί στις Εκκλησίες δυσφορούν με το κήρυγμα, όπως, που, και πως γίνεται. Αυτή η ήσυχη στιγμή προκειμένου να προσέλθουν οι πιστοί στη θεία ευχαριστία, καταστρέφεται από τον παρέμβλητο κηρυκτικό λόγο, από τη μια αυτή η θρησκευτική ηχορύπανση, και από την άλλη η ασυδοσία των ψαλτών, αντί του κοινωνικού να λένε ό,τι ευσεβιστικό τους κατέβει ο νους(Αν προσθέσει κανείς την τερατωδία των μεγαφώνων, το άπλετο και διασπαστικό φωτισμό, το κιτσαργιό αναγεννησιακών εικόνων, ηλεκτρικών καντηλιών, μεταβάλλοντας έτσι το Ναό σε αίθουσα θεάτρου, αλλοιώνοντας το σεμνό ήθος∙ τότε η εικόνα της λατρείας δείχνει να είναι πέρα για πέρα αντιεκκλησιαστική. Πάντως, η αρχοντιά του γένους μας το Φανάρι).

Το ότι το κήρυγμα έχει προτεσταντικό περιεχόμενο είναι πασιφανές, ότι έχει αποστολή προτεσταντική δίδοντάς του τόση έμφαση φαίνεται και από το εξής: Όταν πανηγυρίζουν οι Ναοί(κάποτε υπήρχε πανηγύρι, τώρα είμαστε όντως για τα πανηγύρια, που λέει και ο λαός), ή και τα Μοναστήρια – δυστυχώς εκκοσμικεύονται και αυτά-,γεμίζουν με αφίσες(ή και από Ραδιόφωνου, με κατάλληλη προπαγανδιστική φωνή) τις κολόνες των δήμων, κοινοτήτων και πόλεων, με διαφήμιση ότι πανηγυρίζει ο τάδε Ναός ή το τάδε μοναστήρι, λες και δε το γνωρίζει ο κόσμος, γράφοντας το εξής προπαγανδιστικό: Μέγας πανηγυρικός εσπερινός μετά θείου κηρύγματος και αρτοκλασίας. Αυτός ο τόπος δε γνώρισε ήθος εκκλησιαστικό; Παράδοση; Μόνο οι κράχτες του προτεσταντισμού θα τα έλεγαν αυτά και θα διαφήμιζαν με τέτοια κατάντια δηλαδή, ότι πανηγυρίζει το κέντρο της σύναξης που είναι ο Ναός(λες και ο λαός που συγκροτεί και φανερώνει την Εκκλησία δε το γνωρίζει), και ακόμα ποιος έρχεται για κήρυγμα. Αυτό συνιστά έσχατη έκπτωση εκκλησιαστικού ήθους. Επιπλέον, η έμφαση στο κήρυγμα ως κάτι ξεχωριστό από την ακολουθία λογίζεται ως επιεικώς ανεπίτρεπτο!

Το κήρυγμα είναι κοινωνούμενο αγαθό, δεν υπηρετεί θρησκευτικά ένστικτα, αρετολογίες, κώδικες καλής συμπεριφοράς, δεν εκφράζει ατομικές πεποιθήσεις. Γι αυτό και οι κοσμικοί άνθρωποι δε θέλουν να μπουν στη ζωή των χριστιανών, ούτε να πιστέψουν σε αυτόν τον Θεό, εκδικητή και τιμωρό, που αστυνομεύει τους ανθρώπους και δημιουργεί ενοχές, σου λένε μας αστυνομεύουν τόσοι, να μας αστυνομεύει και ο Θεός; Όλο αυτό το δυτικό πνεύμα πέρασε στην Ελληνική κοινωνία μέσω του κηρύγματος και του κατηχητικού. Δυστυχώς και τα δύο ταλαιπώρησαν γενιές και γενιές. Η Εκκλησία βοηθά στην απενοχοποίηση του ανθρώπου, και όχι στην προβολή ενοχής. Αλήθεια πόσοι άνθρωποι ταλαιπωρήθηκαν ψυχικά και πέθαναν στο κυκεώνα των ψυχοφαρμάκων από αυτή την ενοχή, ενώ άλλοι έμειναν μόνοι σε αδιέξοδα;

Θα τονίσει ο π. Φιλόθεος Φάρος το εξής: «Η πίστη που προσπαθεί να αποδείξει αυτό που πιστεύει και μάλιστα με λογικά επιχειρήματα και με παράθεση χωρίων από εκκλησιαστικά κείμενα αποδεικνύει μόνο τον πανικό της αμφιβολίας και είναι μια απεγνωσμένη προσπάθεια να πείσει τον εαυτό της κάνοντας πλύση εγκεφάλου στους άλλους. Το μόνο αυθεντικό μας κήρυγμα είναι ο τρόπος ζωής μας… όταν είμαστε φίλαρχοι και ματαιόδοξοι…όταν θέλουμε να μας προσκυνούν και να μας αποθεώνουν οι άλλοι, τότε κηρύττουμε αψευδώς μαμωνά και κόσμο. Παρά την περί του αντιθέτου, οι άνθρωποι περιμένουν από τους κληρικούς και την Εκκλησία να ακούν μάλλον παρά να μιλούν. Το γεγονός ότι η Εκκλησία και οι κληρικοί μιλούν περισσότερο από όσο ακούν είναι ένα ακόμη αποτέλεσμα της κρίσιμης διαστροφής της χριστιανικής παραδόσεως».Έχουμε ανάγκη από ανθρώπους ανιδιοτελείς, που να ενσαρκώνουν γνήσια εκκλησιαστική μαρτυρία, να σαρκώνουν την ελευθερία της Εκκλησίας.

Δείτε ποιοι δεσπόζουν στους χώρους αυτούς και τι σχέση έχουν με την υπόλοιπη κοινωνία, δείτε αν υπάρχει η νεολαία(την καλούν να έρθει που και να δει τι;) που τόσο επικαλούνται. Τουναντίον, η νεολαία βιώνει την απόρριψη των πάντων, ο δε χώρος της Εκκλησίας λειτουργεί με σχήματα αυτού του κόσμου. Ένας λαός χωρίς ποιμαντική σοβαρότητα, χωρίς θεολογικό λόγο, συνεπικουρούμενο με την θύραθεν παιδεία· μόνο επιφάνεια, εγωκεντρικές επιδιώξεις, ποδηγέτηση, σπανίως πραγμάτωση σχέσεων που, να ανάγονται στην ενηλικίωση, όπως λέει και το τραγούδι: «όλα γύρω μου κατάντησαν απρόσωπα…στον καθρέφτη μου ν’ αλλάζεις χίλια πρόσωπα, μα εγώ να νιώθω μόνος τόσο μόνος». Αυτό χαρακτηρίζει την ποιμαντική και κηρυκτική «δράση» της Εκκλησίας όλα απρόσωπα.

Η Εκκλησία οφείλει να διαλεχθεί με τον σύγχρονο άνθρωπο, να του πει όχι σε δέχομαι με αυτούς τους όρους – ηθικολογικούς, όχι σε αγαπώ-αυτό και αν λέγεται κατ’ εθισμόν, αλλά να τον ακούσει, όχι να τον βομβαρδίσει με βερμπαλισμούς για το Χριστό – ας αφήσουμε κάποτε να τον δουν οι άνθρωποι, αυτόν τον ταλαιπωρημένο Χριστό στη ζωή μας, και πόσο τον ακολουθούμε, ας σιωπήσουμε κάποτε-! να μπορέσει να μπει στο δικό του χώρο, στη δική του σκέψη, αλλά με τι προϋποθέσεις να γίνει αυτό; με τι εφόδια; Με ηθικολογίες τύπου, να αλλάξουμε τους άλλους; – όταν αγαπάς κάποιον δεν ζητάς να τον αλλάξεις, ζητάς να μεταμορφωθείς εσύ για χάρη του-, και όχι να σεβαστούμε το διαφορετικό, αυτό που κάνει τον άνθρωπο να είναι άνθρωπος, και που είναι η ελευθερία του, άρα σπουδή στην ετερότητα, σεβασμός στην αμαρτία του άλλου, στην επιλογή του.

Η Εκκλησία «και» μέσω του διαλόγου προς κάθε κατεύθυνση, και με το κήρυγμα οφείλει να κάνει το άνοιγμα προς τον έξω κόσμο, να διαλέγεται με τη σημερινή πρόκληση. Τις καταλογίζεται ότι αρνείται πεισματικά να διαλεχθεί και να ενταχθεί στο ιστορικό γίγνεσθαι. Ο φόβος, οι ιδεολογισμοί, η πεποίθηση ότι είμαστε καλά(εμείς οι Ελληνορθόδοξοι), πρέπει να είναι παρελθόν. Προσφυώς, ο Καθηγητής κ. Απόστολος Νικολαΐδης, Θα τονίσει: ότι όποιος δέχεται την οικουμενικότητα της Εκκλησίας και αρνείται το διάλογο ομοιάζει με αυτόν που καταφάσκει στη ζωή και αρνείται το οξυγόνο. Ο διανοητής, Σ. Ράμφος θα πει: Το μεγάλο πρόβλημα της Ορθοδοξίας είναι ότι καθηλώθηκε στον 14ο αιώνα. Από τότε δεν έχει καμιά αλλαγή ενώ οι ιστορικές αλλαγές ήταν κοσμογονικές. Στην πραγματικότητα η κοινωνία μας ζει στο 2007 και η Εκκλησία μας στο 1340. Αυτό δημιουργεί μεγάλες πιέσεις και αδιέξοδα γιατί η κατά κόσμον Εκκλησία έχει τρομακτικά προβλήματα προσαρμογής και παραμένει ασυμφιλίωτη φοβικά με την πραγματικότητα. Οι νοοτροπίες και οι φθορές που έχει υποστεί ποιοτικώς ο κόσμος της Εκκλησίας είναι δυσεπίλυτες. Ούτε αυτή η Πανορθόδοξος σύνοδος δεν έγινε ακόμη.

Επιπροσθέτως, ο Καθηγητής Πατρώνος, θα τονίσει το εξής: «το κήρυγμα δεν φορτίζεται από κάποια ιδεολογία ή από κάποιο συναισθηματικό ευσεβιστικό ρομαντισμό… ο κήρυκας καλείται να διαλέγεται με τον έσω άνθρωπο…το κήρυγμα ποτέ δεν ενεργεί απολογητικά ή προσηλυτιστικά και δεν ενδιαφέρεται για την απόκτηση ακολούθων, οπαδών ή και μαθητών ακόμη. Πάντα φροντίζει για την πνευματική αύξηση των πιστών».

Εύστοχα παρατηρεί ο κορυφαίος! Χ. Γιανναράς, «το πρόβλημα σήμερα δεν είναι ποιος θα πάει στο Ναό, αλλά τι τον περιμένει εκεί που θα πάει, ποιες μωρολογίες, αχυρένια λόγια θα τον βομβαρδίσουν, ποια στρέβλωση της ζωής… να ανασταλεί κάθε κηρυγματική προσπάθεια, έντυπη, ραδιοφωνική έως ότου ξεμυτίσει εκκλησιαστική μαρτυρία…Και παράγει λόγια, φλυαρία καταιγιστική: Κηρύγματα, «ποιμαντικές» εγκυκλίους, ακατάσχετη έντυπη λογοδιάρροια, ραδιοφωνική προπαγάνδα-τρέφει τη διάνοια με ταχυπετή αναίδεια. Ναι, αναίδεια, γιατί ο σημερινός «χριστιανικός» λόγος πουλάει σιγουριά, ξέρει τα πάντα για το άγνωστο, το απερινόητο, το ακατάληπτο. Ξέρει λεπτομέρειες, έχει για όλα πληροφόρηση. Έτσι εξασφαλίζει και το κύρος για να πατρονάρει κάθε πρακτική του ενθάδε βίου, να ποδηγετεί ανθρώπους που φοβούνται τη διακινδύνευση της σχέσης, την ευθύνη της ενηλικίωσης».

Φαινόμενα πλήθοντα και άσχετα με εκκλησιαστική μαρτυρία, αυτή η ακκιζόμενη θρησκευτική προπαγάνδα δεν είναι δι’ όλου άσχετη με τους χαμηλούς δείκτες κριτικής και θεολογικής επάρκειας, με ευρύτητα του νοός, όπως, επίσης, με το άνδρωμα σε ολοκληρωτικά θρησκευτικά περιβάλλοντα, που δεν υπάρχει σπουδή στο διαφορετικό, σεβασμός στην ετερότητα, παρά ο βαυκαλισμός ότι εμείς είμαστε οι «ορθόδοξοι» και οι «άγιοι». Συν το ότι δεν υπάρχει ίχνος επίγνωσης για αυτοκριτική για αλλαγή πλεύσης – αυτό θεωρείται κομπασμός, διότι θεωρούν εαυτούς γνησίους ορθοδόξους! Και ότι κατέχουν μόνο αυτοί την αλήθεια, ενώ οι άλλοι είναι προδότες, νεορθόδοξοι, οικουμενιστές κ.ο.κ.

Θα προσέθετα, κάποιοι μελετούν με οργασμό θρησκευτικά βιβλία, ή και τσιμπολογούν χωρία ατάκτως ερριμμένα που, ταλαιπωρούν τον κόσμο με αυτή τη πληθώρα παραπομπών, για να δείξουν ότι είναι και πατερικοί, ή στην καλύτερη περίπτωση, όταν υπάρχει σκιωδώς, να είναι ένα μουσειακό απολίθωμα του παρελθόντος, εξάπαντος δίχως σημερινή ζύμωση. Πολύ συχνά το κήρυγμα θεωρείται ως πανάκεια, η οποία θα επιλύσει και θα βοηθήσει τον πιστό∙ Αυτή η ψυχολογική αισιοδοξία είναι φενάκη.

Οι ομιλίες και τα κηρύγματα σε θρησκευτικούς χώρους διανθίζονται από τον εξής ναρκισσισμό: τα είπε ωραία ο τάδε ιεροκήρυκας, είχε φωτισμό, σαν αυτόν δεν ομιλεί κανείς. Δηλαδή, κατάντησαν οι ομιλίες και τα κηρύγματα, να είναι για επιβεβαίωση, για τέρψη του συναισθήματος, να συναγωνίζονται οι οπαδοί ποιος ομιλεί καλύτερα, ποιος διαθέτει περισσότερη πνευματικότητα, ποιος έχει έξωθεν – ορθόδοξη! καλή μαρτυρία, ποιόν προβάλουν οι εκκλ. Σταθμοί. Δυστυχώς, ακόμη μετρούν την πνευματικότητα με το μήκος της κόμης, του ράσου, ποιόν πνευματικό έχει ο τάδε, και αναλόγως αποφασίζουν που θα πάνε για να ικανοποιήσουν ή να εκτονώσουν τις θρησκευτικές τους ανάγκες. Λειτουργούν ως κράχτες διαφήμισης, όπως και σε προτεσταντικές σέχτες. Επίσης, όσο περισσότερο κόσμο έχουμε τόσο τα πειστήρια ότι το έργο μας έχει καρπούς, μας τρέφει το ναρκισσισμό μας.

Οι γνήσιοι, όμως πνευματικοί άνθρωποι ιεροκήρυκες – πνευματικοί δε δημιουργούν αυλή, ούτε περιβάλλον-όπως συμβαίνει και καλλιεργείται! τεχνηέντως-, πολλώ μάλλον δεν καλλιεργούν persona, και μύθο, ούτε και επιτρέπουν σε πνευματικά παιδιά και έκγονα να διαιωνίζουν τέτοιες αρρωστημένες καταστάσεις.

Το κριτήριο ενός υγιούς πνευματικού ανθρώπου ενέχει ταπείνωση, δεν είναι αυτοπροβολή προς άγραν «φιλαγίων χειροκροτητών». Επίσης, δημιουργεί προϋποθέσεις αλληλοσυνύπαρξης και συνεργασίας· να έχει δίπλα του αυτούς που τον εχθρεύονται, που τον αμφισβητούν και κρίνουν, όχι αυτούς που τον βαυκαλίζουν, αν θέλουμε να είμαστε σοβαροί συνομιλητές των πατέρων, και όχι φετιχοποιημένων θρησκευτικών όντων. Στην Εκκλησία υπάρχουμε για θεραπεία παθών και όχι για να αλληλοϋπηρετούμε τα πάθη, με τους συνήθεις τρόπους που γνωρίζουν τα θρησκευτικά περιβάλλοντα, το ιερατείο και οι πέριξ αυτών! 

Αυτό δε που συνηθίζεται σε θρησκευτικούς χώρους, είναι να απαγορεύουν τη θ. κοινωνία μόνο σε όσους εκρύγνη το σώμα χυμούς ή έχουν ερωτική ζωή, ακόμη δε και σε όσους δεν κάνουν πολλά παιδιά, ωσάν η σεξουαλική πράξη εν τω γάμω να είναι αμαρτία και να πρέπει να εξαγιασθεί μέσω της τεκνογονίας – μια δυτική και νομικίστικη αντίληψη. Για τα εκκλησιαστικά και όχι μόνο πάθη – τα της ψυχής κινούμενα, για την έκπτωση ήθους, ούτε λόγος, αλλά ποιος πνευματικός ασχολείται με αυτά και υποφέρει ο θρησκευτικός χώρος; Στα κηρύγματα ούτε νύξη γι’ αυτά.

Δυστυχώς, ιερείς και κήρυκες λειτουργούν ως τμήματα ηθών, δεν κομίζουν πρόταση σοβαρή, γι αυτό και δεν τους πλησιάζει ο κόσμος(το τι λέει ο κόσμος γι αυτούς δε τους απασχολεί, αν τους απασχολούσε δε θα ήταν τέτοιας έκτασης, η απαξίωση προς αυτούς). Αυτή η κηρυγματική αδολεσχία, αυτός ο κομπασμός και η ιταμή επιθετικότητα προς τον κόσμο, μας ξεγυμνώνει άλυτα εσωτερικά αδιέξοδα. Έτσι δημιουργούμε εχθρούς και εξάπαντος πρέπει να παλεύουμε με κάτι, όπως π.χ. ο Πάπας, ο Αντίχριστος, το 666, κινδυνεύει η Εκκλησία του Βαλκανικού Νότου και δη η επικράτεια από τον Πάπα και τον Αντίχριστο;(ευτυχώς που υπάρχουν και αυτοί οι κακοί… γιατί πως αλλιώς, θα υπήρχαμε). Καλό είναι να αποφεύγουμε τέτοιες ατραπούς, διότι η δυτική σκέψη και η θεολογία, το σύνδρομο του Παπισμού υπάρχουν ατόφια! εν Ελλάδι, στην Εκκλησία-θεολογία-ήθος. Όσον αφορά τα κηρύγματα περί Αντιχρίστου και 666, μόνο ψυχίατρος θα μπορούσε να δράσει καταλυτικά, η δε θεολογία έχει χάσει προ πολλού την αποστολή και την οντολογία της.

Η θεολογία που πηγάζει από τα κηρύγματα είναι πέρα για πέρα Μανιχαϊστική, μια πάλη των ιεροκηρύκων για το κακό-καλό, ένας καταιγισμός για μια καταστροφολογία, μια ακατάσχετη σεναριολογία περί δαιμόνων, αμαρτίας, κακών ανθρώπων που μας επιβουλεύονται, που δεν μας αφήνουν να ζήσουμε πνευματικά κ.ο.κ. Η αμαρτία, ποτέ όμως στην εκκλησιαστική παράδοση, δεν είχε νόημα ηθικιστικό, όπως διαφαίνεται στα κηρύγματα και ουδόλως δεν θεραπεύεται δικανικά, αλλά λειτουργεί ως καθαρά οντολογικό και υποστατικό πρόβλημα του ανθρώπου. Αμαρτία είναι η αστοχία, και επ’ ουδενί σχετίζεται με πράξεις και παραλείψεις ηθικολογικού τύπου.

Εξάλλου αμαρτωλό άνθρωπο ποτέ ο Χριστός δε τιμώρησε, τουναντίον, σε θρησκευτικό άνθρωπο είπε τα περίφημα Ουαί! Γιατί άραγε διαχρονικά οι θρησκευτικοί άνθρωποι είναι οι πιο δύσκαμπτοι και δυσκίνητοι σε μετάνοια; Ενώ οι αμαρτωλοί επιδεκτικοί της χάριτος του Θεού; Γιατί οι θρησκευτικοί άνθρωποι παρά τις πολλές προσευχές, έργα αγάπης, λύτρα κατανάλωσης αγίας μετάδοσης, τα πολλά χειροφιλήματα και εκζήτηση ευχών, τις πολλές ιερές αποδημίες σε ιερές μονές και προσκυνήματα λείψανων – ευτυχώς που υπάρχουν και αυτά, μετά αρχίζει ο κύκλος των γερόντων, των διορατικών! για να μας θεραπεύσουν-,έχουν τέτοια κατάντια και ασυνέπεια; Ο ληστής, ο Ζακχαίος κ.α. όχι μόνο δεν είχαν να επιδείξουν καλές αρετές και πράξεις, όπως θεωρούμε ότι έχουμε εμείς και ότι μας χρωστά ο Θεός και ο κόσμος πολλά. Δεν αναρωτηθήκαμε ποτέ αν συμφωνεί και ο Θεός με αυτά που εμείς κάνουμε και χρεώνουμε για χάρη του, και που ομιλούμε εξ ονόματός του, πάντα με περισσή αναίδεια. Η αυτάρκεια των θρησκευτικών την αποκρούει τη χάρη του Θεού, ενώ η συντριβή των αμαρτωλών την «δεξιώνεται» μεταμορφωτικά και σωτήρια. Επίσης, δεν μας καθορίζει στο χώρο της Εκκλησίας ό,τι κάναμε στο παρελθόν,(γιατί η εμμονή σ’ αυτό;) αλλά το μέλλον και η μετάνοια.

Η Εκκλησία δεν είναι μια κλειστή κοινωνία θρησκευτικών-καθαρών ανθρώπων, αλλά ως πιστεύουσα η ίδια ότι κατέχει την αλήθεια, αυτής της οικουμενικότητας και καθολικότητας, με αυτά τα πολύτιμα αγαθά πορεύεται στο κόσμο, για να τον αγιάσει και να ενώσει τα διεστώτα, προσπαθώντας αγαπητικώς να καλέσει τον κόσμο σε αυτό το σώμα αυτής της κοινωνίας. Γι αυτό, θα πει ο κορυφαίος δογματολόγος Ν. Ματσούκας, «ότι δεν υπάρχει Historia sacra κ Historia profana», όπως διατείνονται πολλοί περιπλανώμενοι ιεροκήρυκες – Μανιχαιστές.

Ο π. Φιλόθεος Φάρος, λέει το εξής: «Πολλοί χριστιανοί και δη κληρικοί, παρά τη μεγαλόστομη, πολύ συχνά ομολογιακή χριστιανοσύνη μας, έχουμε υιοθετήσει το ήθος του νόμου και του τρόμου και λατρεύουμε έναν θεό τύραννο, αιμοσταγή και εκδικητικό…η ομολογιακή πίστη πάρα πολύ συχνά δεν είναι πίστη, αλλά μια νευρωτική άμυνα, ενώ η πραγματική πίστη είναι η άμεση συνάντηση και σχέση με το Θεό».

Γίναμε όλοι μάρτυρες αυτής της θρησκευτικής ηχορύπανσης, παρ ημίν(Αγρίνιο), να αφισοκολληθούν στις κολόνες, συνθήματα τύπου: «Χριστός ή κρίση; Η μετάνοια είναι η μόνη λύση». Μόνο όποιος έχει καταπιεί ατόφιο τον Καλβινισμό, έσχατη έκπτωση του Προτεσταντισμού, θα προέβαινε σε τέτοια μικρονοϊκή, παιδαριώδη και αθεολόγητη κίνηση. Μόνο ένα τέρας σεμνότυφης ασχήμιας θα πίστευε ότι η μετάνοια είναι κάτι που διαφημίζεται σαν προϊόν θρησκευτικό σε τιμή ευκαιρίας για να το αγοράσουν οι άνθρωποι. Η μετάνοια, που είναι στάση ζωής, που θέλει ησυχία, περιθώριο, που την ιχνηλατεί ο άνθρωπος μέσα από έναν άλλο τρόπο υπάρξεως και όχι σε συνθήματα ιδεολογικά στους δρόμους, πως κατάντησε να γίνει ιδεολογία, φολκλόρ, σύνθημα επιβολής; Ποιος νοήμων άνθρωπος που παίρνει στα σοβαρά τον εαυτό του, θα αναζητήσει τη μετάνοια σε τέτοιο ολιγοφρενικό νηπιαγωγείο;

Δεν νομίζω να υπάρχει άλλος χώρος που να λέγονται και να γίνονται τόσα, στο όνομα του Χριστού, και να υπάρχει τέτοια κατάντια και έκπτωση αξιοπρέπειας, από τον θρησκευτικό χώρο. Ο Χριστός ταλαιπωρείται, μάλλον υβρίζεται από αυτό το χάλι, παρά από αυτούς που τον υβρίζουν λεκτικά ή και από κάποιους που δεν τον ακολουθούν, ίσως αυτοί έχουν συνέπεια.

Ο δε σοφός και μέγιστος θεολόγος εν ιερομονάχοις, π. Βασίλειος Γοντικάκης θα πει: Ποιος θόρυβος μπορεί να σκεπάσει τον λόγο που κοινοποιείται με τη σιωπή; …Εις το γινώσκειν αγνώστως, οράν αοράτως και ακούειν της ησυχίας Αυτού.

Ο μητρ. Περγάμου Ι. Ζηζιούλας αναφέρει: «Ο λόγος του χριστιανισμού δεν είναι λέξη, αλλά πρόσωπο, δεν είναι φωνή, αλλά ζωντανή παρουσία, που σαρκώνεται στην Ευχαριστία. Η Εκκλησία μας ως παρουσία στον κόσμο έγινε άμβωνας χωρίς θυσιαστήριο και άθροισμα χριστιανών χωρίς ενότητα και σύναξη». Ο δε Χ. Γιανναράς θα τονίσει εμφαντικά, ότι τον Θεό τον καταλαβαίνεις καλλιεργώντας μια σχέση και όχι κατανοώντας ένα νόημα.

Περαίνοντας, θεωρώ ιδιαιτέρως ταιριαστή ως κατακλείδα και διαρκώς επίκαιρη την παρακάτω μεστή νοήματος διατύπωση του κορυφαίου Χ. Γιανναρά: Η απόσταση που χωρίζει την Ελληνικότητα από την εθνικιστική επαρχιωτίλα του Ελλαδισμού, η ίδια χωρίζει και την εκκλησιαστική Γιορτή από τη θρησκειοποίησή της, την παρακμιακή της αλλοτρίωση.

2c - Coffee & Cigarettes

1 ΣΧΟΛΙΟ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ