Ξέρεις τι λέω, Γιάννη μ’; Ότι, αφού δεν είναι στο χέρι μου, ως πολίτης, ν’ αλλάξω την πολιτική κατάσταση, ως πολίτης δε μου πέφτει και λόγος. Διάλεξε: Το ένα ή το άλλο. Είναι ή δεν είναι στο χέρι μας; Αν είναι στο χέρι μου, θα το κάνω αμέσως. Αν δεν είναι, θα κάτσω στ’ αυγά μου.

Δε μπορείς να λες και να το λες παντού, όπου κάτσεις κι όπου σταθείς, ότι «αφού δεν ξυπνάει ο λαός, καλά να παθαίνει». Άντε και ξύπνησε ο λαός… Αλλά πες μου, εσύ που ξύπνησες και διδάσκεις την αφύπνιση των άλλων, τι πρέπει να κάνει ο λαός άμα ξυπνήσει;

Να τους μαυρίσει στις εκλογές. Μάλιστα! Άντε και τους μαυρίζει. Άντε και παθαίνει το νταχντιριντί του το πολιτικό σύστημα. Άντε και δεν ξέρουν προς τα πού να κάμουν την επόμενη μέρα. Θα βγει τι; Χάος. Και με τον φόβο μπροστά στην εξουσία του όχλου θα φαντάζει σωτήρας ο πιο ξεχαρβαλωμένος κουραμπιές.

Πες μου, Γιάννη μ’, μίλα, μη με κοιτάς βουβά, δεν αντέχω αυτή την τακτική να ρίχνεις την ιδέα στο τραπέζι και μετά να σωπαίνεις, όταν την αμφισβητώ. Εγώ; Όχι, δεν έχω όλες τις απαντήσεις. Έχω κάνει μερικές απλοϊκές διαγνώσεις. Αυτό είναι όλο. Και ψάχνω τις απαντήσεις στα ερωτήματα που βάζω μόνος μου ή βάζουν άλλοι. Πες μου λοιπόν. Είναι ή δεν είναι στο χέρι μας ν’ αλλάξουμε την πολιτική κατάσταση εμείς οι πολίτες;

Σωπαίνεις. Εντάξει. Θα σου πω εγώ πού κατέληξα μετά από πολλές αγρυπνίες, συνοπτικά:

Μια χαρά είναι η πολιτική. Σε αντίθεση με αυτά που λένε, σε αντίθεση μ’ αυτά που έλεγα κι εγώ μέχρι τώρα, ναι, ανακάλυψα μια νύχτα προς την αυγή, ότι η πολιτική που τάχα μας έφερε στον πάτο της αβύσσου, δεν φταίει, δεν είναι αυτή η ένοχη. Αντιλήφθηκα, Γιάννη μ’, ότι έχουμε την πολιτική που μας αξίζει, έχουμε τον πολιτισμό που μπορούμε να κατανοήσουμε, έχουμε τη δημόσια ζωή που φτιάξαμε οι ίδιοι εμείς με τα χεράκια μας. Όσες απόπειρες έκαμαν κάποιοι πολιτικοί να σταματήσουν αυτό το κακό, «τους πήρε και τους σήκωσε». Εξανδραποδίστηκαν από την πολιτική. Καμία ιδέα εξυγίανσης δεν πέτυχε.

Ν’ αναφέρω παραδείγματα; Μόνο ένα: Την απόπειρα του Τάσου Γιαννίτση να εξυγιάνει τα Ασφαλιστικά Ταμεία το 2001. Έπεσαν πάνω του θεοί και δαίμονες και τον έφαγαν. Πολιτικά τον εξόντωσαν. Οι ίδιοι ακριβώς που σήμερα, δέκα χρόνια μετά, κατηγορούν την πολιτική για τα δεινά που προκάλεσε στα Ασφαλιστικά Ταμεία…

Άντε κι άλλο ένα παράδειγμα:

Πάει ο Σπήλιος Λιβανός, υποψήφιος βουλευτής σ’ ένα χωριό του Βάλτου. Έκατσε στο καφενείο να κουβεντιάσει με τους αγρότες. Του παραπονέθηκαν για τις επιδοτήσεις. Είπε ο άνθρωπος ότι «καλά είναι να ξεχάσετε τις επιδοτήσεις. Θα σταματήσουν. Πρέπει να αναπτύξετε τις καλλιέργειές σας». Κάπως έτσι τους μίλησε. Ε, λοιπόν, «τον πήραν με τις λεμονόκουπες» που λέει ο λόγος. Και, φυσικά, δεν τον ψήφισαν. Με πρόσφατη επιστολή του εγκατέλειψε ολότελα την πολιτική.

Γι’ αυτό σου λέω, Γιάννη μ’. Έχουμε την πολιτική που μας αξίζει. Ο λαός είναι ένα κακομαθημένο παιδάκι που, όταν του χαλάει κάποιος το παιχνίδι, κλαίει, οδύρεται, αλλά δεν θέλει ν’ ακούει την αλήθεια, του αρέσουν εκείνοι που του κάνουν τα χατίρια, επιβραβεύει μόνο τους λαοπλάνους. Όταν έκαμα την διαπίστωση αυτή, αποφάσισα να μην ξανακατηγορήσω την πολιτική και τους πολιτικούς. Αλλά σκέφτομαι: Μπορώ να κάνω κάτι εγώ; Αν μπορώ να κάνω κάτι ωφέλιμο για το κοινωνικό σύνολο και ας μην το ξέρει κανείς, να το κάνω. Αν δε μπορώ, καλύτερα να το βουλώσω…

Ενεργειακό Νόρα Καρατσικάκη - Κλινικός Διαιτολόγος - Διατροφολόγος
SHARE
Προηγούμενο άρθροΖητείται πολιτικό όραμα
Επόμενο άρθροΏρα για υπολογισμούς
... γεννήθηκε στη Μυρτιά της Αιτωλίας το 1955. Εκδότης και συντάκτης περιοδικών, μεταξύ των οποίων: «Αραμπάς» (1991 – 1997), «Στρατόσφαιρα» (1999 – 2000) και «ΑγοράΖην» (2004 – 2008). Εκδότης και δημοσιογράφος της εβδομαδιαίας εφημερίδας «Αναγγελία» (Αγρινίου) από το 2000 μέχρι τον Ιούλιο του 2017, έκτοτε δε, τακτικός συνεργάτης της “Αναγγελίας” με άρθρα, χρονογράφημα και παραμύθι. Εργάστηκε στο ραδιόφωνο από το 1990 μέχρι το 1996. Το 2016 βραβεύτηκε από τον “Παρνασσό” για το θεατρικό έργο του “ο Καραγκιόζης... Έλληνας”. Παραμυθογράφος, με πρώτο παραμύθι του την “Πολιτεία των λουλουδιών” (1980) και τον “Παραμυθόκηπο” (2010 και 2018).