Φτάνει πια με τις αναλύσεις, τις κριτικές και τις αντιπαλότητες. Φτάνει με τις καταγγελίες. Φτάνει με τις αρνήσεις, τις αποστάσεις και τις αποξενώσεις. Φτάνει με τις αποχές και τις ψηλομυτιές. Φτάνει με τις υστερίες και τις ξινίλες. Φτάνει με τους αφορισμούς.

Εδώ “καίγεται η γούνα μας”.

Και δεν απέχουμε από τον εθισμό που οδηγεί στη νιρβάνα. Γίναμε ήδη το φίδι που τρώει την ουρά του.

Όσο είναι ακόμα καιρός, πρέπει “να μαζέψουμε τα μυαλά μας” – πώς να το πεις απλά – να κάνουμε κάτι γι’ αυτό.

Κι αυτό το κάτι, δεν είναι ατομικό, αλλά συλλογικό. Το ατομικό αφορά την πνευματική αναζήτηση του καθενός, ας το αφήσουμε απέξω, το συλλογικό αφορά όμως την διαχείριση των κοινών. Να τα διαχωρίσουμε αυτά!

Η ενασχόληση με τα κοινά είναι μια υπόθεση που δεν ακουμπάει την ποιότητα του καθενός. Ο πιο αμαρτωλός πολιτικός μπορεί να είναι ένας αγιότατος σύντροφος.

Ο φόβος των λογίων ότι “θ’ ανακατευτούν με τα πίτουρα και θα τους φάν’ οι κότες” είναι αρρωστημένος.

Από την άλλη, ναι, είναι πολύ άδικο να κρίνουμε κάποιον βάσει των πολιτικών του λόγων, ακόμα και των πράξεων, εκτός και αν οι πράξεις του εμπίπτουν στο νομοθετημένο (και όχι στο εθιμικό) Ποινικό Δίκαιο.

Δεν είναι απαραίτητο να κάνουμε το σωστό, ούτε το τέλειο. Ας κάνουμε λάθος, δεν πειράζει να κάνουμε λάθος, αρκεί να κάνουμε κάτι. Αρκεί να γίνει γύρω μας κάτι διάφορο από το Τίποτα.

Δεν θα περιμένουμε τον ευαγγελιστή να μας πει τι άγιο θα κάνουμε, ούτε τον Μέγα Διδάσκαλο για να μας δώσει την τέλεια φιλοσοφική θεωρία για να εφαρμόσουμε.

Αυτή που έχουμε, φτάνει. Δεν πα νά ‘ναι ατελής, ό,τι θέλει νά ‘ναι, αυτήν έχουμε στο μυαλό, αυτήν θ’ ακολουθήσουμε.

Αν (αυτό που πρέπει να κάνουμε) δεν είναι η διαδήλωση και η απεργία κατά της κυβέρνησης ή της εξουσίας – που δεν είναι – τότε δεν είναι στη λίστα μας ούτε η αλλαγή της κυβέρνησης. Όντως.

Δεν είναι όμως στη λίστα μας ούτε η παραμονή αυτής ή της επόμενης κυβέρνησης.

Κι αφού δεν είναι τίποτε απ’ αυτά αυτουνών, ε, δεν είναι ούτε η δική μας παραίτηση, δεν είναι ούτε η μαζική κατάθλιψη.

Αλήθεια είναι ότι εκείνοι που ξιφουλκούσαν στα social media, σιώπησαν. Οι πάλαι ποτέ “αγανακτισμένοι” (όσοι δεν βολεύτηκαν στον κρατικό μηχανισμό) καταγίνονται πλέον με την ειρωνεία και τον σαρκασμό. Βάζουν τραγουδάκια και “χαζεύουν” στο facebook, όπως γινόταν χαζοχαρούμενα στα παλιά μαθητικά άλμπουμ…

Κάπου και πού ακούγεται καμιά αντιμνημονιακή ντουφεκιά. Και ακούγεται πραγματικά σα να πέφτει μια μπαταριά στο γάμο του καραγκιόζη!

Αν ξεμυτίσει κάνα κείμενο κάποιου ξενύχτη που ταράζει την αφασία, καταγγέλλεται ως ξενέρωτο…

Λοιπόν, μπαίνει επιτακτικά το ερώτημα: Μπορεί να γίνει κάτι (αυτό το κάτι που λέγαμε ότι πρέπει να κάνουμε) μπορεί άραγε να γίνει κάτι έξω από την πολιτική;

Αν ναι, πρέπει να ονοματίσουμε τι. Γιατί δεν έχουμε δικαίωμα να ξεσκίζουμε την πολιτική και τους πολιτικούς, χωρίς να έχουμε κάτι άλλο να βάλλουμε στη θέση τους.

Το facebook προφανέστατα δεν είναι λύση!

Ούτε είναι σόι να νοσταλγούμε την δικτατορία του Παπαδόπουλου αναπαράγοντας στο blog του ο καθένας ονειρώξεις και φαντασιώσεις χουντικών σταγονιδίων…

Αν δεν έχουμε κάτι άλλο να βάλλουμε στη θέση της πολιτικής και των πολιτικών, είμαστε υποχρεωμένοι να πάρουμε ως δεδομένα, τόσο την πολιτική και τους πολιτικούς, όσο και τα κόμματα, τις παρατάξεις, τα πολιτικά ρεύματα. Την Δημοκρατία μας ρε αδερφέ… Αυτήν την κουρελού, πες, αυτήν την ξεφτίλω…

Αλλά, πώς να το κάνουμε… αυτήν έχουμε! Όπως έχει τη μάνα του ο καθένας και δε μπορεί να την αλλάξει, ακόμα κι αν δεν του αρέσει η φάτσα της…

Οπότε, αφού δεν έχουμε άλλο δρόμο, να δούμε τώρα τι πρέπει να κάνουμε εντός της Πολιτικής…

Αφού είναι μονόδρομος, ας τον βαδίσουμε. Θα έχουμε στην διαδρομή κατά νου όλα όσα μας ενοχλούν, ακόμα κι αυτά που μας αηδιάζουν. Γιατί δεν σημαίνει ότι μας απορρόφησε η τρέχουσα (και βρώμικη καθώς λένε) πολιτική, δεν θα το κάνουμε ούτε από ιδιοτέλεια, ούτε από ψώνιο, αλλά από ευθύνη.

Τα δεδομένα λένε απλά, ότι:

Χρειάζεται ένα κόμμα που να εκφράζει τα δίκαια του λαού.

Μάλιστα.

Έλα όμως που όλα τα κόμματα ισχυρίζονται ότι αυτό ακριβώς κάνουν. Αμέσως λοιπόν εξουδετερώνεται η (ούτως ή άλλως) αλαζονική σκέψη να ιδρυθεί νέο κόμμα για να πει τάχα όσα δεν λένε τα παραδοσιακά κόμματα.

Τι νόημα θα είχε η ίδρυσή του; Κανένα! Το νέο κόμμα, όσο καλές προθέσεις κι αν έχει, γρήγορα θα… παλιώσει, θα γίνει σαν τ’ άλλα. Βλέπε Ποτάμι.

Το μόνο νέο κόμμα που θα είχε αντικειμενικά λόγο ίδρυσης, είναι το κόμμα που… θα καταργήσει τα κόμματα! Είναι το νέο κόμμα που, αν γίνει κυβέρνηση, θα εγκαταστήσει ανεξάρτητους θεσμούς ελέγχου της κυβέρνησης, αναγορεύοντας τον Τύπο σε Τέταρτη Εξουσία και θεσμοθετώντας την Βουλή των κληρωτών, αντί εκείνης των αιρετών.

Πάμε τώρα να μελετήσουμε το καλύτερο από τα κόμματα που υπάρχουν ήδη (μαζί και το Ποτάμι) για να ενταχθούμε σ’ αυτά, να δουλέψουμε από ένα μετερίζι, να συναντηθούμε κάπως με συμπολίτες, να μην είναι ο καθένας μόνος του, σαν τον κούκο. Επειδή είναι γνωστό: “Ένας κούκος δεν φέρνει την άνοιξη”. Χρειάζονται πολλοί κούκοι.

Για όλα όσα λέμε, γράφουμε και κάνουμε, πρέπει να έχουμε ένα τουλάχιστον πειστικό επιχείρημα.

Αποδεκτή και η παρατήρηση ότι στην κοινωνία δεν κάνουν όλοι με όλους, άρα είναι λογικό να υπάρχουν τάσεις, ρεύματα, ομάδες, εν τέλει δε, κόμματα.

Εντάξει!

Αμέσως όμως γίνεται αντιληπτό ότι ο καθένας θα επέλεγε ένα κόμμα με εντελώς δικά του κριτήρια, βέλτιστο θα θεωρούσε το μη χείρον, βάσει των βιωμάτων και των αισθημάτων του.

Είναι λοιπόν σίγουρο: Ακολουθώντας αυτήν την λογική διαδικασία, οι πολίτες θα διανέμονταν σε όλα τα κόμματα, κάποιο δε απ’ αυτά θα έπαιρνε την πρώτη θέση στις προτιμήσεις τους και κάποιο άλλο την τελευταία.

Όποια θέση και να έπαιρνε στη λίστα όποιο κόμμα διάλεγε όποιος, η κοινή παραδοχή θα ήταν μία και καθαρή: Το κομματικό σύστημα που έχουμε, είναι αναγκαίο. Το ξήλωμά του εγκυμονεί ανυπολόγιστους κινδύνους.

Τίθεται τώρα ζήτημα σεβασμού του καθενός προς τον διπλανό του, ζήτημα σεβασμού και του ενός κόμματος προς το άλλο. Κανείς δεν έχει δικαίωμα να προσβάλλει την ιδεολογία ή την πολιτική επιλογή του συμπολίτη. Όποιος το κάνει, διαπράττει ποινικό αδίκημα, ακόμα κι αν είναι αριστερός. Η απαξίωση του Τύπου μέσω… του Τύπου ή της Βουλής (θα έπρεπε να) είναι αξιόποινη πράξη, ακόμα και αν την διαπράττει ο ίδιος ο πρωθυπουργός.

Για όλα όσα λέμε, γράφουμε και κάνουμε, πρέπει να έχουμε έναν τουλάχιστον κανόνα. Και μία ρήτρα για τυχόν παράβαση του κανόνα.

Λοιπόν, βάσει της λογικής πάντα, πρέπει τώρα εγώ να εγγραφώ μέλος σε ένα από τα υπάρχοντα κόμματα. Δεν αντέχω να περιμένω το μοιραίο άπραγος. Πρέπει να κάνω κάτι, ας είναι και λάθος.

Ποιος θα με κρίνει και θα με κατακρίνει γι’ αυτό;

Αυτός μήπως που κάθεται αραχτός και πυροβολεί αδιακρίτως επί δικαίων και αδίκων;

Μήπως ο άλλος που τρέφει αισθήματα για το κόμμα που επιλέγει αυτός, ενώ καταριέται το κόμμα που επιλέγω εγώ;

Ποιος τελοσπάντων;

Μήπως ο μοναδικός κάτοχος της αλήθειας που θεωρεί ότι εγώ είμαι παραπλανημένος πολίτης, αν όχι όργανο σκοτεινών συμφερόντων;

Ή μήπως ο ξερόλας που ανέβηκε στο όρος Σινά και του αποκάλυψε ΟΛΕΣ τις αλήθειες ο Θεός, οπότε μπορεί να λέει με αυθάδεια στην πιάτσα ότι εγώ δεν ξέρω “πού πάνε τα τέσσερα”;

Ποιος λοιπόν;

Ποιος είναι αυτός που κουνάει το δάχτυλο στους πάντες και μέσω facebook, από την ασφάλεια της κρεβατοκάμαράς του, φορώντας πυτζάμες, αφορίζει όποιονδήποτε μάχιμο συμπολίτη τολμήσει να έχει αντίθετη δημόσια γνώμη από εκείνη την θεόσταλτη που έχει η αφεντιά του;

Στις μέρες μας, όντως, η μεγαλύτερη αντίσταση δεν είναι η αντιπαράθεση με τούτη ή την άλλη κυβέρνηση, δεν είναι καν η τυφλή επανάσταση κατά της εξουσίας, αλλά ο εμβολισμός αυτής της μαζικής ιδέας που κυριάρχησε, μολύνει αργόσυρτα το κοινωνικό σώμα και το σαπίζει.

Η μεγαλύτερη αντίσταση του σκεπτόμενου ανθρώπου σήμερα είναι η (μέσω της Τέχνης και της Γραμματείας) εναντίωση στην χυδαιότητα της λαϊκής σκέψης και της μαζικής πράξης.
Η μεγαλύτερη αντίσταση του δημοσιογράφου σήμερα είναι (υβριζόμενος και λοιδορούμενος καθημερινά από εχθρούς και φίλους) να στέκεται απέναντι σε κάθε μαζική στερεοτυπία που αποκτά ισχύ ναρκωτικής ουσίας κι εξουδετερώνει τον λαό.

Ιδού λοιπόν:

Η ενασχόληση με την λογοτεχνία π.χ. μπορεί να επιτίθεται στην ύπνωση και να προτείνει την εγρήγορση. Η ενασχόληση με την ζωγραφική π.χ. μπορεί να επιτίθεται στην ασχήμια και να προτείνει την ωραιότητα.

Η ενασχόληση με την πολιτική, μ’ ένα κόμμα, οποιοδήποτε κόμμα, μπορεί να γεννήσει ένα σωρό νέα λάθη, μπορεί από δογματικής απόψεως να είναι μια αμαρτία ισοδύναμη της πορνείας και της αρσενοκοιτίας, αλλά είναι κάτι που ανατρέπει δραστικά το Τίποτα.

Η ενασχόληση με ένα πολιτικό κόμμα (όποιο γουστάρει ο καθένας) μπορεί να είναι ό,τι μπορούν να κάνουν οι πολλοί. Άλλωστε γνωρίζουμε από το παρελθόν ότι οι νέοι που σταμάτησαν ν’ ασχολούνται με την πολιτική, δηλαδή με το κόμμα, οποιοδήποτε κόμμα, όσοι δεν έπαθαν κατάθλιψη, όσοι δεν απορροφήθηκαν από τις θρησκείες και τις αιρέσεις, κατέφυγαν στα ναρκωτικά, ως ανθρώπινες μονάδες ξόφλησαν… Άρα, οι νέοι σήμερα που αισθάνονται κενό μέγα στο στήθος και πορεύονται στο άγνωστο χωρίς σκοπό, για να μην πάθουν τα ίδια, που θα τα πάθουν, δεν έχουν άλλο δρόμο να βαδίσουν πλην της πολιτικής, με την στενή και την ευρεία έννοιά της.

Οι άλλοι, όσοι νομίζουν ότι ανήκουν στους λίγους, οι εκλεκτοί και οι όσιοι, δεν χρειάζεται “να λερώσουν τα χέρια τους”… Αν η αγιότητά τους είναι πολυτιμότερη από την ευημερία του λαού (άσε την επιβίωση της χώρας) με γεια τους και με χαρά τους… Ας πάνε αυτοί στον παράδεισο με τα 72 ουρί κι εμείς στην κόλαση με τον τρισκατάρατο.

Στο κάτω – κάτω της γραφής ακόμα κι αυτό (παρά το γεγονός ότι αποδίδεται στον Θεό) τι άλλο θα ήταν από μια ατομική επιλογή του καθενός μας;