ΚΕΙΜΕΝΟ: Αποστόλης Μπατσούλης

Ο τίτλος “Έτσι ξαφνικά έγιναν όλα” του μυθιστορήματος της Ιουλίας Ιωάννου είναι λιτός και απέριττος. Εκφράζει το πνεύμα ενός σύγχρονου μύθου για τον πόνο της ψυχής που σφίγγουν τα πραγματικά γεγονότα, τα οποία βιώνονται πιο έντονα όταν αποδεικνύονται ως συμπαντική συνωμοσία. Οι πλοκές του πολύπλοκου αναγνώσματος είναι αλληλένδετες και προβάλλουν την παραδοξότητα της γραφής.

Μπορεί κανείς να διαβάσει την Έλενα όχι ως μάρτυρα, ηρωίδα και πρωταγωνίστρια αλλά ως μια σειρά επεισοδίων που αποκαλύπτουν τις πτυχές του ανθρώπου που αγαπάει. Εδώ τον κεντρικό ρόλο τον παίζει ο αναγνώστης σε σημείο που ριψοκινδυνεύουμε με τη συγγραφέα να πούμε “Είναι η Έλενά μου αυτή;” Στο πρόσωπο της Έλενας παίρνουμε κι εμείς χαρά και πόνο σε γερές δόσεις. Η εισαγωγή στην ιστορία της Έλενας είναι κάθε άλλο παρά σεμνοπρεπής: είναι αντάξια της μοντέρνας νουάρ λογοτεχνίας καθώς εξερευνεί την τέχνη της αθλιότητας και την αθλιότητα της τέχνης. Είναι σπουδή στην αγιοποίηση εκ των προτέρων για τη γυναίκα και στην άδολη θυματοποίηση εκ μέρους της συγγραφέως. Ο στιγματισμός δεν έχει θέση στο βιβλίο, όλα γίνονται ξαφνικά με έναν κατακλυσμό συναισθημάτων που δεν μπαίνει στη λογική της ταμπέλας. Εκτός αν το βάλει στο μυαλό της η Έλενα…

Έτσι ξαφνικά έγιναν όλαΚυρίαρχο ύφος είναι αυτό που υφαίνει τη μοίρα, βλέποντας σε κάθε σημείο την παντογνωσία της συγγραφέως να μας πει ότι απλά εξιστορεί τετελεσμένα, αφού η οπτική της είναι πεντακάθαρη και ενδίδει στον πειρασμό του αγωνιώδους θρίλερ.

Κι έτσι ξαφνικά εγένετο αγάπη. Αγάπη με πόνο, αγάπη σε απομόνωση, αγάπη εξ αποστάσεως… στα γνωστά της χρώματα: φιλία, έρωτας, μητρότητα, αδελφοσύνη. Ας μην ξεχνάμε το μοτίβο πέρα από τον ρυθμό των εντάσεων, το οποίο είναι η αποξένωση. Για την Έλενα και τους ανθρώπους της η ξενιτιά έχει πρόσωπο. Τα ταξίδια δένουν ή χωρίζουν ανθρώπους όχι τόπους. Ένα ενδιαφέρον λογοτεχνικό παιχνίδι θα ήταν να επιχειρήσουμε να φτιάξουμε με τις λέξεις ότι έκανε η Ιουλία Ιωάννου με τις ψυχές των ρόλων της, που είναι εγκλωβισμένοι σε νοερά σώματα, δεμένοι με πατρίδες ή ξεριζωμένοι από αυτές.

Έχοντας στο νου αυτά, δεδομένου ότι το βιβλίο μας υπενθυμίζει συνέχεια το γραφτό του και με την ανατροπή να υπαινίσσεται παντού, μπαίνουμε πλέον σε ένα ψυχολογικό θρίλερ που, όπως κάθε καλό θρίλερ, μας συνταράσσει μαζί με τα πλάσματα του βιβλίου μας. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν είναι όλα για την Έλενα. Πράγματι είναι. Γιατί χάρη στη δικιά της αγάπη και αθωότητα φωτίζονται οι υπόλοιποι, ακόμα και στα σκοτάδια της μαύρης ψυχής τους ή της μικροψυχίας τους. Βλέπουμε βέβαια και αυτόφωτα άστρα που δίνουν νόημα στις τύχες των άλλων.

Το βιβλίο δεν μπορεί να χαρακτηριστεί σαν ταξίδι αλλά σαν κυνήγι – ξέρουμε ότι συμμετέχουμε για να κερδίσουμε το δικό μας στοίχημα, τη συναισθηματική πληρότητα που τελειώνει κυριολεκτικά στην τελευταία σελίδα. Η μεγαλύτερη απόλαυση του “Έτσι ξαφνικά έγιναν όλα” είναι η τέχνη του πλεξίματος που προσφέρει απίθανες συνέπειες στις σχέσεις μεταξύ των συνυφασμένων χαρακτήρων που ζουν σ’ αυτό το μυθιστόρημα. Τόσο φανταστικό, μα τόσο αληθινό είναι το πως φαίνεται η αγάπη μας να έχει οριστεί από αλλού, χωρίς να μπορούμε να ελέγξουμε τα συναισθήματα για τους ανθρώπους, ν’ αλλάξουμε τους ανθρώπους τους ίδιους και τις εντυπώσεις μας για το βιβλίο.

Ενεργειακό Νόρα Καρατσικάκη - Κλινικός Διαιτολόγος - Διατροφολόγος