haircut

Της Κατερίνας Λιβιτσάνου – Ντάνου
Φιλόλογος

– Πατέρα, πρέπει να κατεβούμε στη Xώρα, να με πας στην κομμώτρια, γιατί μετά τις γιορτές, στο σχολείο θα πάμε με νέα εμφάνιση εγώ και οι δύο κολλητές μου, έτσι τουλάχιστον συμφωνήσαμε.

– Θα δούμε Ευτέρπη, θα το κανονίσουμε, μη βιάζεσαι, έχουμε φούριες τώρα στις ελιές. Χρειάζομαι και τον Ντορή να κουβαλάει, πρέπει να χασομερήσω μια μέρα, δεν είναι εύκολα μερικά πράγματα.

– Δεν καταλαβαίνεις, η δουλειά, οι ελιές, όλα τα άλλα εκτός από μένα…

– Δε θα σηκώσεις μπαϊράκι από τώρα, τσιμουδιά, θα το κανονίσω σου είπα.

– Καλά περιμένω, κανόνισε να περάσει το δεκαπενθήμερο και να πάω έτσι σχολείο.

Πατέρας και κόρη συνέχισαν να διαφωνούν.

Η Ευτέρπη, γιατί σαν πιο μεγάλη από τέσσερα παιδιά ήθελε, έφηβη πλέον, να πάει διαφορετική στο σχολείο μετά τις γιορτές των Χριστουγέννων κι ο κυρ – Φώτης, γιατί είχε ένα σωρό σκοτούρες στο κεφάλι του και δεν μπορούσε να διαθέσει μια μέρα για το κούρεμα της Ευτέρπης. Έπειτα ο καιρός ήταν καλός. Κάθε μέρα έπαιρναν αυτός κι η γυναίκα του μαζί τα παιδιά να βοηθάνε στο μάζεμα, τώρα που δεν πήγαιναν σχολείο. Και το κόκκινο γερασμένο άλογο ο Ντορής, δεν μπορούσε να λείψει απ’ το χωράφι, αφού μ’ αυτό κουβαλούσε τις ελιές στην αποθήκη, για να τις πάει μετά στο λιτροβιό.

Αγωνιστής ο κυρ – Φώτης, δούλευε να μεγαλώσει τα παιδιά του, μα ήταν κι αυστηρός. ένα βλέμμα του μόνο έφτανε να σωπάσουν όλοι στο σπίτι. Μα αυτή η Ευτέρπη είχε γίνει τελευταία λίγο γλωσσού, όπως της έλεγε. Ήθελε να ξεχωρίζει, να επιβάλλεται, πράγμα που δεν ενέκρινε ως πατέρας. Στη Xώρα πήγαινε κι ένα λεωφορείο μια φορά την ημέρα, μα πού να περιμένει τόσες ώρες, για να γυρίσει; Έπειτα θα γλίτωνε και τα χρήματα που θα έδινε για τα εισιτήρια, αν κατέβαιναν με τον Ντορή. Θα περνούσαν κι απ’ το χωράφι στην επιστροφή. Η γυναίκα του η Μέλπω, δεν μπορούσε συνήθως να επηρεάσει τις σκέψεις του. της έβαζε και καμιά φωνή και σούζα. Δουλειά της να φροντίσει τα παιδιά και τους γονείς του, όπως της έλεγε. Κι αυτός δούλευε κι έλυνε μόνος όλα τα προβλήματα του σπιτιού. Κι όλοι τον άκουγαν. Σαν από μηχανής Θεός.

Κι ενώ οι μέρες περνούσαν και ο καιρός συνέχιζε να είναι καλός, προχωρούσε και το μάζεμα της ελιάς. Έλαμπε ο κυρ – Φώτης απ’ τη χαρά του που η σοδειά ήταν καλή κι η Μέλπω, παραμονές των Φώτων, του ετοίμαζε τη γιορτή του. Πρόσφορα, κουραμπιέδες, κόκορα μακαρονάτο κι όλα τα καλά. κι εκεί που έτρωγαν έκανε την πρότασή του.

– Ευτέρπη, μετά το φαγητό έχουμε κούρεμα.

– Τι λες πατέρα;

– Να κόψεις τα μαλλιά σου δε θες;

– Ναι, αλλά δεν προλαβαίνουμε τώρα για τη Χώρα.

– Δεν κατάλαβες, εγώ θα σε κουρέψω, να μη χασομεράμε για την πόλη, αφού αύριο άλλωστε είναι η γιορτή μου και μεθαύριο έχει σχολείο.

– Μα…

– Δεν έχει μα, εγώ δεν κουρεύω τον παππού και τα μικρότερα αδέρφια σου; Ποια η διαφορά; Εγώ θα περιποιηθώ κι εσένα.

Και χωρίς να δώσει άλλη ευκαιρία στην Ευτέρπη να σκεφτεί, μόλις τέλειωσαν το φαγητό, της έκανε ένα κούρεμα «πρώτης τάξεως», όπως έλεγε, για να παινέψει τον εαυτό του.

Κι όλοι συμβιβάστηκαν μ’ αυτό, έδωσαν την εντύπωση στην Ευτέρπη πως όλα πήγαν καλά και γλίτωσαν και τα χρήματα που θα ‘παιρνε η κομμώτρια.

– Έτσι πρέπει να ‘ναι τα κορίτσια του σχολείου, απλά κι όμορφα. Να το πεις στις φίλες σου πως σου τα ‘φτιαξα εγώ.

– Αφού το λες πατέρα, θα το κάνω.

Την άλλη μέρα ήρθαν γείτονες και συγγενείς να πούνε στον κυρ – Φώτη τα «χρόνια πολλά», κι εύχονταν «με γεια», στην Ευτέρπη κι επαινούσαν τον αγρότη, που έγινε κομμωτής κι έλυσε κι αυτό το πρόβλημα κι έκανε το χατίρι της Ευτέρπης, που ήθελε να αρχίσει σχολείο με νέα εμφάνιση.

Και σαν πέρασε των Φώτων, κατέβηκε η Ευτέρπη στην πλατεία του χωριού, στον Πλάτανο, με τη σάκα στην πλάτη, φορώντας τη μπλε ποδιά, με τον άσπρο γιακά και την άσπρη κορδέλα στο φρεσκοκουρεμένο κεφάλι.

Εκεί περίμενε το λεωφορείο, για να πάει στη Χώρα, στο Γυμνάσιο και λαχταρούσε τις φίλες της, να δει αν άλλαξαν και τι θα της έλεγαν για τη δική της αλλαγή. Τα βλέμματα των άλλων της έδωσαν την εντύπωση πως όλα ήταν πολύ καλά, η φίλη της όμως της είπε πως τα έκοψε κοντά τα μαλλιά, μα καλά ήταν, αν δεν κρύωνε. Η δεύτερη κολλητή της δεν κουρεύτηκε όπως είχαν συμφωνήσει, μα μόλις την είδε άρχισε να γελάει. Μετά ισχυρίστηκε πως κάνει πλάκα και πως της άρεσε όλο αυτό που έβλεπε. Η Ευτέρπη είχε παγώσει. Προαισθανόταν πως κάτι δεν πάει καλά, μα μόλις χτύπησε το κουδούνι και έγινε η προσευχή, έπρεπε να πάει στο γραφείο για το απουσιολόγιο.

Ήταν η πρώτη μαθήτρια της τάξης. Καλό θα έκανε, αν χαιρετούσε εκεί τους καθηγητές της και τους ευχόταν για τη νέα χρονιά. Χτύπησε την πόρτα του γραφείου και μπήκε.

– Καλώς το κορίτσι μας «καλή χρονιά, καλή πρόοδο», τι αλλαγές είναι αυτές;, της είπε η φιλόλογος χαμογελαστά.

– Ευχαριστώ πολύ κυρία, επίσης…

– Ευτέρπη, πώς έγινες έτσι;

– Ευτέρπη, ποιος σε κούρεψε να πάω κι εγώ να κουρευτώ; Φώναξαν σχεδόν ταυτόχρονα ο θεολόγος και ο μαθηματικός κι αρχίσανε τα γέλια.

Το κορίτσι πάγωσε, μα έπρεπε ν’ απαντήσει στα ερωτήματά τους, δε συνήθιζε ν’ αδιαφορεί σαν της μιλούσαν.

– Ξέρετε…, να… ο πατέρας. Ο πατέρας με κούρεψε, γιατί δεν είχαμε χρόνο να κατέβουμε στη Χώρα, γιατί…

– Δε χρειάζεται ν’ απολογείσαι Ευτέρπη σε κανέναν, σ’ όποιον αρέσουμε, τη διέκοψε η φιλόλογος και έκανε τους άλλους δύο να σοβαρευτούν.

Το κορίτσι πήρε τ’ απουσιολόγιο και βγήκε απ’ το γραφείο. Τώρα ήταν πεπεισμένη πως με το κούρεμα τα πράγματα δεν πήγαν καλά. Τώρα έπρεπε να μπει στην τάξη για το μάθημα.

Εκεί οι συμμαθητές της την υποδέχτηκαν μ’ ένα χειροκρότημα. Και η σχολική διαδικασία άρχισε. Τα μαλλιά της θα μεγάλωναν και θα πήγαινε στην κομμώτρια ξανά, να τα διορθώσει. Εκείνο όμως που δεν μπόρεσε ποτέ να διορθώσει ήταν η ειρωνεία και τα σαρκαστικά λόγια των δύο καθηγητών της, που ριζώθηκαν βαθιά μέσα της. Απ’ την άλλη είχε ακούσει τον πατέρα της, είχε βοηθήσει την οικογένειά της και κυρίως είχε βάλει βαθιά στην εφηβική της καρδιά τη φιλόλογό της, που ως γυναίκα την κατάλαβε και τη βοήθησε να πιστέψει πως είχε κάνει το σωστό. Κι η απορία πως η μάνα της δεν μπόρεσε ποτέ να πει στον πατέρα της μια κουβέντα, μια φράση έστω, επιβάλλοντας την άποψή της, εδώ λύθηκε. Κι έβαλε στόχο ζωής να γίνει δυναμική κι ανεξάρτητη σαν τη φιλόλογό της.

Τύμπανο 2 / Μάρτιος 2013

Ενεργειακό Νόρα Καρατσικάκη - Κλινικός Διαιτολόγος - Διατροφολόγος